Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Greenberg (2010).

            Η άποψη μου για μία ταινία που είδα πρόσφατα
                                
                                      Greenberg (2010)



“Η ταινία είναι Αμερικάνικη χαζοκωμωδία”, αυτή ίσως είναι μία από τις χιλιοειπωμένες κριτικές όταν έρχεται η συζήτηση για Αμερικάνικες ταινίες. Για κάποιους άδικη (κριτική), για άλλους, όμως, απολύτως δίκαιη δεδομένου πάντα της πλοκής και του παρωχημένου σκατολογικού χιούμορ για να αποσπάσουν το γέλιο.

Ο Ben Stiller, έχοντας πρωταγωνιστήσει στην ταινία που σημάδεψε την κατηγορία των λεγόμενων “χαζοκωμωδιών” στα 90s  (There’s Something about Mary, 1998), με το σκατολογικό χιούμορ και την συνεχόμενη διακωμώδηση, σε σημείο προσβολής, εναντίον ανθρώπων με κινητικές και διανοητικές δυσκολίες, αποτελεί συνεχιστής αυτής της παράδοσης. Τι κάνεις όμως για να μην τυποποιηθείς ως ηθοποιός; Nα μην αποτελέσεις συνώνυμο της “χαζοκωμωδίας”; Επί της πράξης: διαλέγεις να κάνεις μία ανεξάρτητη ταινία, ακόμα και αν σε πλήξει εισπρακτικά στο  Βox Οffice.

Η ταινία “Δεν σκέφτομαι, άρα υπάρχω” (Greenberg, 2010) αποτελεί την δίοδο του Ben Stiller στον πρώτο του ίσως μεστό ρόλο από το “Permanent Midnight” (1998) όπου υποδύθηκε έναν σεναριογράφο εθισμένο στην ηρωίνη. Σε αυτή του την προσπάθεια ο Ben Stiller έχει έναν ασυμβίβαστο και ανεξάρτητο σκηνοθέτη τον Νόα Μπάουμπαχ. Έναν σεναριογράφο με έντονο βιωματικό στίγμα γραφής του σε δημιουργίες  όπως  το“Δεσμοί Διαζυγίου”, ένα ψυχόδραμα δύο παιδιών και τους γονείς τους που αποφασίζουν να πάρουν διαζύγιο.

Ας μην μείνουμε στην ρητορική όμως και στις δυσκολίες που εγκυμονούν για έναν σκηνοθέτη, πόσο μάλλον έναν ανεξάρτητο, όταν διαλέγει έναν ηθοποιό για τον πρωταγωνιστικό του ρόλο. Το στοίχημα αποτελεί πάντα ρίσκο. Άραγε, ο Τζιμ Κάρρευ θα έκανε ακόμα τον ντέντεκτιβ ζώων στο “Ace Ventura” αν δεν ρίσκαρε με το Τρούμαν στο “Τhe Truman Show” πόσο μάλλον με την αυτοβιογραφία του Άντυ Κάουφμαν “Άνθρωπος στο Φεγγάρι”;

Επί του έργου λοιπόν: στο κοσμοπολίτικο Λος Άντζελες, όπου όλα μοιάζουν ιδανικά και οι μόνες έννοιες αποτελούν το ποιος θα επιβλέπει τον σκύλο και την πισίνα σου. Η οικογένεια Greenberg, ο Φίλιπ και η Κάρολ μαζί με τα δυό τους ανήλικα παιδιά Σίντνευ και Κόμπυ, ετοιμάζεται να ταξιδέψει στο Βιετνάμ για επαγγελματικό ταξίδι και παράλληλα επέκταση των διακοπών της. Προκύπτουν όμως τα παραπάνω προβλήματα. Ποιος θα φροντίζει το σπίτι; Τον σκύλο και την πισίνα; Προβλήματα που για κάποιους δεν είναι ουσιαστικά, ούτε καν άξιας αναφοράς εν έτει 2010.

Η προσωπική βοηθός του Φίλιπ, Φλορένς, έχει αναλάβει την φροντίδα του σκύλου της οικογένειας. Ένα χαριτωμένο τετράποδο που ακούει στο όνομα Μόλερ. Παρόλο αυτά, όμως, η Φλόρενς δεν μπορεί να μένει εσώκλειστη να προσέχει τον σκύλο, το σπίτι των Greenberg και την πισίνα τους με θέα το επιβλητικό Λος Άντζελες.

Η παντελώς άγνωστη, στο Ελληνικό κοινό τουλάχιστον, Γκρέτα Γκέρβιγκ υποδύεται την υποτονική, αλλά επουδενί βαρετή, Φλόρενς. Σε κερδίζει βλέποντας την να παρακαλά, σχεδόν, τους οδηγούς να την αφήσουν να κάνει προσπέραση καθοδόν προς το σπίτι των Greenberg. Η ίδια έχει να αντιμετωπίσει τα δικά της θέματα. Έχει μόλις βγει από μία σχέση και δεν θέλει η επόμενη της σχέση να αποτελέσει τροχοπέδη, όπως η ίδια υποστηρίζει μετέπειτα, για μία εφήμερη βραδιά μετά από μία εφήμερη βραδιά μόνο για σεξ. Δεν δείχνει να αντιδρά στο άκουσμα ότι ο αδελφός του Φίλιπ, Ρότζερ, πήρε εξιτήριο από το ψυχιατρείο μετά από τον νευρικό κλονισμό που υπέστη. Γιατί άλλωστε; H ίδια είναι ευάλωτη και το δείχνει. “Μα, αυτό δεν είναι σχέση”, ήταν η απάντηση που μόλις έλαβε από τον άντρα του χθεσινού πάρτυ που παραβρέθηκε καθώς την οδηγούσε στο κρεβάτι του.

Όπως ο Mάρλον Μπράντο, ως Τέρυ Μαλλόου, στο “Λιμάνι της Αγωνίας” αναφώνησε “Θα μπορούσα να ήμουν κάποιος”, με τον ίδιο σχεδόν πανομοιότυπο τρόπο η δημιουργία του Νόα Μπάουμπαχ  μας δίνει σαφείς ενδείξεις ότι ο Ρότζερ θα μπορούσε να ήταν κάποτε κάποιος. Ήταν μέλος ενός πετυχημένου μουσικού συγκροτήματος πριν από 15 χρόνια που έφτασε κοντά στην υπογραφή με μία μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Η απόρριψη του να υπογράψει, όμως, φοβούμενος να μετατρέψει το συγκρότημα σε εμπορικό, μία απόφαση που πήρε μόνος του ο Ρότζερ, δίχως καν να ρωτήσει τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος, τον στοιχειώνει ακόμα και έχει αφήσει σημάδια που τον κάνουν να νιώθει loser στην επιτυχημένη μικρογραφία του Λος Άντζελες.

Ο σαραντάρης Ρότζερ είναι αγοραφοβικός και νευρωτικός. Δεν τον χωράει το Λος Άντζελες, τον φοβίζει. Έχει επιλέξει συνειδητά να μην οδηγεί. Περνάει την ώρα του στέλνοντας γράμματα παραπόνων σε πολυεθνικές εταιρείες. Τον εκνευρίζει η παρωχημένη νέα γενιά, με το θράσος της, το ipod, η γενιά του Facebook και του myspace. Αλήθεια, πόσοι από εμάς έχουμε νιώσει έτσι καθώς μεγαλώνουμε για τις ερχόμενες νέες γενιές;

Οι έννοιες που τον περιβάλλουν δείχνουν να είναι για το τι σκέφτονται οι φίλοι του, οι πρώην φίλοι του έστω. Κυρίως, για το λάθος που κάποτε έκανε να μην αρπάξει την ευκαιρία από τα μαλλιά και υπογράψει στην δισκογραφική εταιρεία.
Ο ίδιος ο αδελφός του δείχνει να μην τον εμπιστεύεται μαθαίνοντας ότι ο σκύλος του αρρώστησε και η πισίνα τους πλημμύρισε. Ο Ρότζερ δείχνει γαντζωμένος στο παρελθόν. Στην παλιά του σχέση με την Μπεθ, η οποία ανυπομονεί να τελειώσει την ακατάσχετη μονολογία του ο Ρότζερ έτσι ώστε να πληρώσει τον λογαριασμό. Η σχέση που αναπτύσσει με την Φλορένς είναι ριμπάουντ μετά την άρνηση της Μπεθ να τον ξανασυναντήσει.

“Πληγωμένοι άνθρωποι, πληγώνουν ανθρώπους” (hurt-people, hurt people), αναφωνεί ο Ρότζερ στην Φλορένς δείχνοντας της ότι όσο η ίδια εμμένει στην προοπτική σχέση τους θα συνεχίζει να την πληγώνει. Όπως πλήγωσε τον επιστήθιο φίλο του Ίβαν, εξαιρετικά δομημένος ρόλος από τον Ρις Ίφανς. Η Φλορένς, με την σειρά της, όμως, δεν πτοείται. Δεν είναι γαντζωμένη στον Ρότζερ. Απλώς δεν θέλει να είναι μία εφήμερη σχέση μιας βραδιάς μετά από μία άλλη. Θέλει μία σχέση με τους δικούς της κανόνες.

H ταινία είναι σκιαγράφηση χαρακτήρων και αποφεύγει μελοδραματισμούς. Δεν δίνει έναυσμα, εύκολες διεξόδους, στο να αναγάγει ένα εύκολο happy end από μια δυσκίνητη σχέση. Ακόμα και όταν ο σκύλος των Greenberg αρρωσταίνει, αυτό αποτελεί το εφαλτήριο για το ψυχόδραμα που αναπτύσσεται μεταξύ της Φλορένς και του Ρότζερ. Αν περιμένει κάποιος να δει έναν Mπεν Στίλερ με γκριμάτσες και έναν ασύνδετο μονόλογο, σήμα κατατεθέν του, που τον διέκρινε σε προηγούμενες ταινίες, όπως το Zoolander, ίσως να απογοητευτεί. Ευχάριστα, όχι δυσάρεστα.

Ο Ρότζερ νιώθει ξένος και outsider στα φώτα της μεγαλούπολης. Η φωτογραφία του Χάρη Σαββίδη μας εστιάζει στην αποξένωση του Λος Άντζελες, των εμπορικών κέντρων και των ακατάσχετων λεωφόρων. Δένει άψογα με την μελαγχολική, νευρωτική φιγούρα του Ρότζερ που πλανιέται ερχόμενος από το σούπερμαρκετ και το σπίτι της Φλορένς, συνδυασμένη με την ηλεκτρονική μουσική επένδυση του Τζέημς Μέρφυ. Η ταινία ίσως δεν είναι για όλους. Όχι επειδή είναι ανεξάρτητη δημιουργία, αλλά επειδή κάνει κοιλιά με την φωτογραφία και τον ελάχιστο διάλογο. Ίσως τελικά, όμως, αυτό να μην αποτελεί απαραίτητα μειονέκτημα.

Μακράν το μεγαλύτερο στοίχημα για τον δημιουργό του “Δεν σκέφτομαι άρα υπάρχω”, Nόα  Μπάουμπαχ, είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής Μπεν Στίλερ. Πρόσφατα, μάλιστα, πρότεινα σε έναν φίλο να παρακολουθήσουμε την ταινία μαζί, έχοντας την δει ήδη μία φορά. Ναι, μου άρεσε τόσο πολύ και έμεινα χορτασμένος από το προσωπικό road trip του Ρότζερ Γκρίνμπεργκ! Η απάντηση που έλαβα ήταν “Ε, όχι και Μπεν Στίλλερ, καμμιά χαζοκωμωδία πάλι θα έκανε”. Αυτό όμως είναι η αρχή της αποβολής ταυτοποίησης ενός ηθοποιού και σκηνοθέτη. Κάθε αρχή και δύσκολή όμως.